This website does readability filtering of other pages. All styles, scripts, forms and ads are stripped. If you want your website excluded or have other feedback, use this form.

Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon, βάπτω

Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon

Home Collections/Texts Perseus Catalog Research Grants Open Source About Help

Your current position in the text is marked in blue. Click anywhere in the line to jump to another position:

alphabetic letter: Α Β Γ Δ Ε Ϝ Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π [σαν ] Ϟ Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω entry group: β - βαθμ-ηδόν βαθμ-ίς - βα^θυ^-λήϊος βα^θυ?́-μαλλος - βα^θύ-στρωτος βα^θύ-σχι_νος - βάκλον βακνίδες: - Βακχ-ώδης Βάκχ-ων - βαλάσαι: βαλαύστιον - βαμβρα^δών βαμβράσσει: - βαρβα^ρο-φωνέω βαρβα^ρό-φωνος - βα^ρυ?́-γλωσσος βα^ρυ?́-γουνος - βάρυν-σις βαρυν-τέον - βα^ρυ?́-τλητος βα^ρυ^-τονέω - βα^σι^λ-εύω βα^σι?́λ-η - βαστακ-τός βάσταχας: - βάττος βατύλη - βδέλλιον βδελλιστέον - βέδυ βέη - βέμβλετο βεμβράς - βήρβη: βήρηξ - βιβλ-αρίδιον βιβλ-άριον - βι^ο-δώτης βι^ο-δώτωρ - βίσβη βίσκαρις: - βλαστάνω βλασταρίζουσα: - βλεφα^ρ-ίζω βλεφα^ρ-ικός - βλι^τάς βλιτάχεα - βοεύς βοή - βοιόν βοϊστί - βομβάζω βομβάξ - βόρασσος βόρατον - βόρυες Βορυσθέν-ης - βοτρεύς βοτρ-ύδιον - βουβωνο-ειδής βουβωνο-κήλη - βουκόλ-ημα βουκόλ-ησις - βουλή βουλ-ηγορέω - βου-πελάτης βου-πλα^νόκτιστος - βουτόων: Βουτράγιος - βράγος βραγχ-α^λέος - βρα^δυτής βρα^δυ-τόκος - βρα^χυ?́-δρομος βρα^χυ^-έπεια - βρα^χυ^-τομέω βρα^χυ?́-τομος - βρέχ-μα βρεχ-μός - βρι_σόμα^χος Βρι^τόμαρτις - βροτο-κλώστειρα βροτο-κτονέω - βρύζω βρύθακες - βρυ^-ωνία βρυ^-ωνιάς - βυ^θ-ισμός βυ^θ-ῖτις - βυρσο-τομέω βυρσο-τόμος - βωλο-κόπος βωλό-κρι_θον - βωστήρ βωστρέω - βώχ: entry: βαμβράσσει: βᾶμες βάμμα βάν βα^νά βα^ναυσ-ία βα^ναυσ-ικός βάναυσος βα^ναυσοτεχνέω βα^ναυσουργ-έω βα^ναυσουργ-ία βα^ναυσουργ-ός βανθῶσαι: βανωτός βάξις βᾶξον βαπαίνει: βάπτης βαπτ-ίζω βαπτ-ικός βάπτ-ι^σις βάπτ-ισμα βαπτ-ισμός βαπτ-ιστήριον βαπτ-ιστής βαπτ-ός βάπτ-ρια βάπτω βάρα: βα^ραγχιάω βάραγχος βάραθρον βάραθρος βα^ραθρώδης βαρακινῇσιν: βάρακος βάραξ βάρβαξ βαρβάρα βαρβα^ρ-ίζω βαρβα^ρ-ίκιον βαρβα^ρ-ικός βαρβα^ρ-ισμός βαρβα^ρ-ιστί βαρβα^ρό-γλωσσος βαρβα^ρο-κτόνος βάρβα^ρος βαρβα^ρο-στομία βαρβα^ρό-της βαρβα^ρο-φωνέω
This text is part of:
View text chunked by:
Table of Contents:
Α β - βαθμ-ηδόν βαθμ-ίς - βα^θυ^-λήϊος βα^θυ?́-μαλλος - βα^θύ-στρωτος βα^θύ-σχι_νος - βάκλον βακνίδες: - Βακχ-ώδης Βάκχ-ων - βαλάσαι: βαλαύστιον - βαμβρα^δών βαμβράσσει: βᾶμες βάμμα βάν βα^νά βα^ναυσ-ία βα^ναυσ-ικός βάναυσος βα^ναυσοτεχνέω βα^ναυσουργ-έω βα^ναυσουργ-ία βα^ναυσουργ-ός βανθῶσαι: βανωτός βάξις βᾶξον βαπαίνει: βάπτης βαπτ-ίζω βαπτ-ικός βάπτ-ι^σις βάπτ-ισμα βαπτ-ισμός βαπτ-ιστήριον βαπτ-ιστής βαπτ-ός βάπτ-ρια βάπτω βάρα: βα^ραγχιάω βάραγχος βάραθρον βάραθρος βα^ραθρώδης βαρακινῇσιν: βάρακος βάραξ βάρβαξ βαρβάρα βαρβα^ρ-ίζω βαρβα^ρ-ίκιον βαρβα^ρ-ικός βαρβα^ρ-ισμός βαρβα^ρ-ιστί βαρβα^ρό-γλωσσος βαρβα^ρο-κτόνος βάρβα^ρος βαρβα^ρο-στομία βαρβα^ρό-της βαρβα^ρο-φωνέω βαρβα^ρό-φωνος - βα^ρυ?́-γλωσσος βα^ρυ?́-γουνος - βάρυν-σις βαρυν-τέον - βα^ρυ?́-τλητος βα^ρυ^-τονέω - βα^σι^λ-εύω βα^σι?́λ-η - βαστακ-τός βάσταχας: - βάττος βατύλη - βδέλλιον βδελλιστέον - βέδυ βέη - βέμβλετο βεμβράς - βήρβη: βήρηξ - βιβλ-αρίδιον βιβλ-άριον - βι^ο-δώτης βι^ο-δώτωρ - βίσβη βίσκαρις: - βλαστάνω βλασταρίζουσα: - βλεφα^ρ-ίζω βλεφα^ρ-ικός - βλι^τάς βλιτάχεα - βοεύς βοή - βοιόν βοϊστί - βομβάζω βομβάξ - βόρασσος βόρατον - βόρυες Βορυσθέν-ης - βοτρεύς βοτρ-ύδιον - βουβωνο-ειδής βουβωνο-κήλη - βουκόλ-ημα βουκόλ-ησις - βουλή βουλ-ηγορέω - βου-πελάτης βου-πλα^νόκτιστος - βουτόων: Βουτράγιος - βράγος βραγχ-α^λέος - βρα^δυτής βρα^δυ-τόκος - βρα^χυ?́-δρομος βρα^χυ^-έπεια - βρα^χυ^-τομέω βρα^χυ?́-τομος - βρέχ-μα βρεχ-μός - βρι_σόμα^χος Βρι^τόμαρτις - βροτο-κλώστειρα βροτο-κτονέω - βρύζω βρύθακες - βρυ^-ωνία βρυ^-ωνιάς - βυ^θ-ισμός βυ^θ-ῖτις - βυρσο-τομέω βυρσο-τόμος - βωλο-κόπος βωλό-κρι_θον - βωστήρ βωστρέω - βώχ: Γ Δ Ε Ϝ Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π [σαν ] Ϟ Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω βάπτω , fut. βάψωἐμ-) Ar.Pax959: aor. A.ἔβαψαS.Aj.95, etc.:— Med., fut. “βάψομαιAr.Lys.51: aor. “ἐβαψάμηνArat.951, AP9.326 (Leon.):—Pass., fut. “βα^φήσομαιLXXLe.11.32, M.Ant.8.51: aor. “ἐβάφθηνAP6.254 (Myrin.), (ἀπ-) Ar.Fr.416; in Att. generally ἐβάφην [α^] Pl.R.429e, etc.: pf. “βέβαμμαιHdt.7.67, Ar.Pax1176. I. trans., dip, ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ χαλκεὺς πέλεκυν . . εἰν ὕδατι ψυχρῷ βάπτῃ (so as to temper the red-hot steel) Od.9.392; “β. εἰς ὕδωρPl.Ti.73e, cf. Emp.100.11; “τἄρια θερμῷAr.Ec.216; εἰς μέλι, εἰς κηρόν, Arist.HA 605a29, de An.435a2:—Pass., βαπτόμενος σίδηρος iron in process of being tempered, Plu.2.136a; and of coral, become hard, Dsc.5.121 (s. v. l.). b. of slaughter in Trag , “ἐν σφαγαῖσι βάψασα ξίφοςA.Pr. 863; “ἔβαψας ἔγχος εὖ πρὸς Ἀργείων στρατῷ;” S.Aj.95; “φάσγανον εἴσω σαρκὸς ἔβαψενE.Ph.1578 (lyr.); in later Prose, “εἰς τὰ πλευρὰ β. τὴν αἰχμήνD.H.5.15; “β. τὸν δάκτυλον ἀπὸ τοῦ αἵματοςLXXLe.4.17. c. also, dip in poison,ἔβαψεν ἰούςS.Tr.574; χιτῶνα τόνδ᾽ ἔβαψα ib.580. 2. dye, ἔβαψεν . . ξίφος the sword dyed [the robe] red, A.Ch.1011; β. τὰ κάλλη dye the beautiful cloths, Eup.333; “β. ἔρια ὥστ᾽ εἶναι ἁλουργάPl.R.429d; “εἵματα βεβαμμέναHdt.7.67; “τρίχας βάπτεινAP11.68 (Lucill.): abs. in Med., dye the hair, Men.363.4, Nicol.Com.1.33; glaze earthen vessels, Ath.11.480e; of gilding and silvering, Ps.-Democr.Alch.p.46 B.: Com., βάπτειν τινὰ βάμμα Σαρδιανικόν dye one in the [red] dye of Sardes, i. e. give him a bloody coxcomb, Ar. Ach.112; but βέβαπται β. Κυζικηνικόν he has been dyed in the dye of Cyzicus, i. e. is an arrant coward, Id.Pax1176 (v. Sch.). 3. draw water by dipping a vessel, “ἀνθ᾽ ὕδατος τᾷ κάλπιδι κηρία βάψαιTheoc. 5.127; ἀρύταιναν . . ἐκ μέσου βάψασα τοῦ λέβητος ζέοντος ὕδατος draw water by dipping the bucket, Antiph.25, cf. Thphr.Char.9.8; βάψασα ποντίας ἁλός (sc. τὸ τεῦχος) having dipped it so as to draw water from the sea, E.Hec.610. 4. baptize, Arr.Epict.2.9.20 (Pass.). II. intr., ναῦς ἔβαψεν the ship dipped, sank, E.Or.707; β. εἰς ψυχρὸν [αἱ ἐγχέλυς] Arist.HA592a18; εἰ δ᾽ μὲν (sc. ἠέλιος)“ ἀνέφελος βάπτοι ῥόου ἑσπερίοιοArat.858 (ῥόον Sch.): c. acc., νῆα . . βάπτουσαν ἤδη κῦμα κυρτόν dipping into . . , Babr.71.2:—also Med., “ποταμοῖο ἐβάψατοArat. 951. 2. βάψας (sc. τὴν κώπην) Ar.Fr.225. (Cf. O Norse kuefia 'dip'.) Henry George Liddell. Robert Scott. A Greek-English Lexicon. revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones. with the assistance of. Roderick McKenzie. Oxford. Clarendon Press. 1940.

The National Endowment for the Humanities provided support for entering this text.

Browse Bar Dictionary Entry Lookup Use this tool to search for dictionary entries in all lexica. How to enter text in Greek:
References (23 total)
  • Cross-references in general dictionaries from this page (23):
    • Aeschylus, Libation Bearers, 1011
    • Aeschylus, Prometheus Bound, 863
    • Aristophanes, Ecclesiazusae, 216
    • Aristophanes, Peace, 1176
    • Aristophanes, Peace, 959
    • Euripides, Hecuba, 610
    • Euripides, Orestes, 707
    • Euripides, Phoenician Women, 1578
    • Herodotus, Histories, 7.67
    • Homer, Odyssey, 9.392
    • Old Testament, Leviticus, 4.17
    • Plato, Republic, 429d
    • Plato, Republic, 429e
    • Plato, Timaeus, 73e
    • Sophocles, Ajax, 95
    • Sophocles, Trachiniae, 580
    • Sophocles, Trachiniae, 574
    • Theophrastus, Characters, 9.8
    • Aristophanes, Acharnians, 112
    • Aristophanes, Lysistrata, 51
    • Old Testament, Leviticus, 11.32
    • Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, 5.15
    • Marcus Aurelius, M. Antonius Imperator Ad Se Ipsum, 8.51
Search Display Preferences