This website does readability filtering of other pages. All styles, scripts, forms and ads are stripped. If you want your website excluded or have other feedback, use this form.

τσιμπώ - Wiktionary

τσιμπώ

Definition from Wiktionary, the free dictionary Jump to navigation Jump to search

Greek[edit]

Verb[edit]

τσιμπώ (tsimpó) (past τσίμπησα, passive τσιμπιέμαι)

  1. Rare form of τσιμπάω (tsimpáo).

Conjugation[edit]

τσιμπώ, τσιμπάω Present → Imperfect → Continuous future → Continuous subjunctive → Imperative → 1s τσιμπώ, τσιμπάω τσιμπούσα, τσίμπαγα θα τσιμπώ, θα τσιμπάω να τσιμπώ, να τσιμπάω 2s τσιμπάς τσιμπούσες, τσίμπαγες θα τσιμπάς να τσιμπάς τσίμπα,  τσίμπαγε 3s τσιμπά, τσιμπάει τσιμπούσε, τσίμπαγε θα τσιμπά, θα τσιμπάει να τσιμπά, να τσιμπάει 1p τσιμπούμε, τσιμπάμε τσιμπούσαμε, τσιμπάγαμε θα τσιμπούμε, θα τσιμπάμε να τσιμπούμε, να τσιμπάμε 2p τσιμπάτε τσιμπούσατε, τσιμπάγατε θα τσιμπάτε να τσιμπάτε τσιμπάτε 3p τσιμπούν, τσιμπούνε, τσιμπάνε, τσιμπάν τσιμπούσαν, τσιμπούσανε, τσίμπαγαν, τσιμπάγανε θα τσιμπούν, θα τσιμπούνε, θα τσιμπάνε, θα τσιμπάν να τσιμπούν, να τσιμπούνε, να τσιμπάνε, να τσιμπάν Dependent Simple past → Simple future → Simple subjunctive → Imperative → 1s τσιμπήσω τσίμπησα θα τσιμπήσω να τσιμπήσω 2s τσιμπήσεις τσίμπησες θα τσιμπήσεις να τσιμπήσεις τσίμπησε,  τσίμπα 3s τσιμπήσει τσίμπησε θα τσιμπήσει να τσιμπήσει 1p τσιμπήσουμε, τσιμπήσομε τσιμπήσαμε θα τσιμπήσουμε, θα τσιμπήσομε να τσιμπήσουμε, να τσιμπήσομε 2p τσιμπήσετε τσιμπήσατε θα τσιμπήσετε να τσιμπήσετε τσιμπήστε 3p τσιμπήσουν, τσιμπήσουνε τσίμπησαν, τσιμπήσανε, τσιμπήσαν θα τσιμπήσουν, θα τσιμπήσουνε να τσιμπήσουν, να τσιμπήσουνε Perfect → Pluperfect → Future perfect → Subjunctive → 1s έχω τσιμπήσει είχα τσιμπήσει θα έχω τσιμπήσει να έχω τσιμπήσει 2s έχεις τσιμπήσει είχες τσιμπήσει θα έχεις τσιμπήσει να έχεις τσιμπήσει 3s έχει τσιμπήσει είχε τσιμπήσει θα έχει τσιμπήσει να έχει τσιμπήσει 1p έχουμε τσιμπήσει είχαμε τσιμπήσει θα έχουμε τσιμπήσει να έχουμε τσιμπήσει 2p έχετε τσιμπήσει είχατε τσιμπήσει θα έχετε τσιμπήσει να έχετε τσιμπήσει 3p έχουν τσιμπήσει είχαν τσιμπήσει θα έχουν τσιμπήσει να έχουν τσιμπήσει Alternative* perfect: έχω (έχεις, έχει, έχουμε, έχετε, έχουν) τσιμπημένο pluperfect: είχα (είχες, είχε , είχαμε, είχατε, είχαν) τσιμπημένο future perfect: θα έχω (θα έχεις, θα έχει, θα έχουμε, θα έχετε, θα έχουν) τσιμπημένο subjunctive: να έχω (να έχεις, να έχει, να έχουμε, να έχετε, να έχουν) τσιμπημένο Participle: τσιμπώντας Non-finite τσιμπήσει 58-ησ-2A1-2A1d This table is templatised, some forms shown may be rare or non-existent. Multiple forms are usually shown in order of reducing frequency.
†   The dependent is not used alone, it is used to form future simple, perfective subjunctive and other forms.
‡   The non-finite or aorist infinitive form is the same as the 3rd person singular dependent form, used with the auxiliary verb έχω (écho) it produces perfect tense forms.
*   Used with transitive senses Retrieved from "[en.wiktionary.org]" Categories: Hidden category:

Navigation menu

Personal tools

Namespaces

Variants

    Views

    More

      Navigation

      Tools

      In other languages

      Print/export